Δεν είναι τα jumpscares, αλλά ο τρόπος που το παιχνίδι σε κρατά σε ένταση.
Στο gaming λέμε συχνά ότι ένα horror παιχνίδι “δεν ήταν τρομακτικό”. Συνήθως όμως, αυτό που εννοούμε είναι ότι δεν μας τρόμαξε με τον τρόπο που περιμέναμε. Για κάποιους, ο φόβος σημαίνει έντονα jumpscares.
Για άλλους, είναι η ατμόσφαιρα, ο ήχος, η αίσθηση ότι κάτι δεν πάει καλά, ακόμα κι όταν δεν συμβαίνει τίποτα.
Τα jumpscares λειτουργούν. Είναι άμεσα και αποτελεσματικά. Όμως σπάνια μένουν στη μνήμη. Μετά από λίγα λεπτά, ο παίκτης προσαρμόζεται και η ένταση χάνεται. Αντίθετα, τα παιχνίδια που χτίζουν φόβο μέσα από περιορισμένη πληροφορία, αβεβαιότητα, αργό ρυθμό, ήχο και σιωπή, συχνά μένουν στο μυαλό μας για χρόνια.
Ένα από τα πιο υποτιμημένα στοιχεία του horror είναι το πόσο έλεγχο σου δίνει το παιχνίδι. Όταν νιώθεις αδύναμος, ευάλωτος ή αναγκασμένος να διαχειριστείς τους πόρους σου, ο φόβος γίνεται πιο προσωπικός. Δεν έχει σημασία αν ο εχθρός είναι δυνατός. Σημασία έχει αν εσύ νιώθεις έτοιμος να τον αντιμετωπίσεις.
Κάποιο horror που για έναν παίκτη είναι αδιάφορο, για κάποιον άλλον μπορεί να είναι ανυπόφορο.
Το setting, το θέμα, ακόμη και η κάμερα (first-person ή τρίτου προσώπου) παίζουν τεράστιο ρόλο. Δεν υπάρχει μία σωστή απάντηση. Υπάρχει μόνο το τι λειτουργεί για τον καθένα.
Σε τελευταία ανάλυση, η ουσία δεν βρίσκεται στο αν ένα παιχνίδι είναι αντικειμενικά “τρομακτικό”, αλλά στον μηχανισμό με τον οποίο εισβάλλει στην ψυχολογία μας. Το πραγματικό ερώτημα που καλούμαστε να απαντήσουμε δεν είναι το “αν” φοβόμαστε, αλλά το “πώς” επιλέγουμε να φοβηθούμε. Το αν αυτός ο τρόπος ευθυγραμμίζεται με τους δικούς σου σκοτεινούς κώδικες, είναι και αυτό που θα καθορίσει την εμπειρία σου.

Απάντηση