Μετρώντας αντίστροφα για την επιστροφή στο Vice City: Η παιδική ηλικία, η ελευθερία στους δρόμους του San Andreas και η μαγεία του gaming που παραμένει ζωντανή.
Θυμάμαι ακόμα την πρώτη φορά που έπαιξα Grand Theft Auto. Δεν ήξερα τι ακριβώς έπρεπε να κάνω. Δεν καταλάβαινα τους μηχανισμούς, δεν με ενδιέφερε να ακολουθήσω την ιστορία και, για να είμαι ειλικρινής, μάλλον δεν ήξερα καν τι σήμαινε να ολοκληρώνεις ένα παιχνίδι. Ήμουν μικρός. Το μόνο που ήθελα ήταν να παίξω. Ένας ξάδερφός μας είχε κάνει ένα δώρο που, χωρίς να το γνωρίζει, θα μας χάριζε εκατοντάδες ώρες διασκέδασης. Το San Andreas, το Vice City και το Liberty City έγιναν μέρος της καθημερινότητάς μας. Εγώ και ο αδερφός μου περνούσαμε ώρες μπροστά από την οθόνη, ανακαλύπτοντας έναν κόσμο που, για τα παιδικά μας μάτια, έμοιαζε ατελείωτος…και τι κάναμε σε αυτόν τον κόσμο; Τα πάντα και τίποτα.
Κλέβαμε αυτοκίνητα, οδηγούσαμε χωρίς προορισμό, κάναμε βόλτες στην πόλη, προκαλούσαμε χάος και τρέχαμε να ξεφύγουμε από την αστυνομία. Όσο περισσότερα αστέρια καταζητούμενου αποκτούσαμε, τόσο μεγαλύτερη γινόταν η αγωνία μας. Κρυβόμασταν, στρίβαμε σε στενά, ψάχναμε τρόπο να ξεφύγουμε και γελούσαμε με όσα συνέβαιναν στην οθόνη. Δεν χρειαζόμασταν αποστολές, δεν χρειαζόμασταν οδηγίες, δεν χρειαζόμασταν καν κάποιον συγκεκριμένο στόχο. Μας αρκούσε που μπορούσαμε να μπούμε σε ένα αυτοκίνητο και να χαθούμε μέσα στην πόλη.
Κάπως έτσι, χωρίς να το καταλάβω, το GTA έγινε κάτι πολύ περισσότερο από ένα παιχνίδι. Έγινε μια ανάμνηση από εκείνα τα χρόνια που ο χρόνος κυλούσε διαφορετικά. Τότε που μπορούσες να περάσεις ολόκληρο το απόγευμα παίζοντας, χωρίς να σκέφτεσαι τι έχεις να κάνεις αύριο, χωρίς υποχρεώσεις, χωρίς να σε απασχολεί τίποτα έξω από εκείνη τη μικρή οθόνη. Τότε που το μεγαλύτερο πρόβλημα της ημέρας ήταν να βρεις ένα γρήγορο αυτοκίνητο και να ξεφύγεις από την αστυνομία.
Πέρασαν τα χρόνια. Τα videogames άλλαξαν, οι κονσόλες εξελίχθηκαν, τα γραφικά έγιναν πιο ρεαλιστικά και οι κόσμοι που δημιουργούν οι developers άρχισαν να πλησιάζουν όλο και περισσότερο αυτό που κάποτε θεωρούσαμε αδύνατο. Όμως το GTA παρέμεινε κάτι ξεχωριστό. Γιατί η μαγεία του δεν βρισκόταν ποτέ αποκλειστικά στις αποστολές, στους πρωταγωνιστές ή στην ιστορία του. Βρισκόταν στην ελευθερία. Σε εκείνη την αίσθηση ότι μπορούσες να κάνεις κάτι εντελώς διαφορετικό από αυτό που σου ζητούσε το παιχνίδι και παρ’ όλα αυτά να περνάς υπέροχα.
Μπορούσες να αγνοήσεις τα πάντα και να οδηγήσεις για ώρες. Να ανακαλύψεις έναν δρόμο που δεν είχες προσέξει. Να βρεθείς σε μια κατάσταση που δεν είχες σχεδιάσει. Να δημιουργήσεις τις δικές σου ιστορίες, χωρίς καν να το καταλάβεις και αυτό είναι κάτι που δύσκολα ξεχνάς.
Σήμερα, τριάντα ημέρες πριν από την κυκλοφορία του GTA 6, πιάνω τον εαυτό μου να επιστρέφει σε εκείνες τις αναμνήσεις. Μόνο που αυτή τη φορά, η νοσταλγία συνοδεύεται από κάτι ακόμη, τον ενθουσιασμό για το πόσο μακριά έχει φτάσει η βιομηχανία των videogames.
Όσα έχουμε δει μέχρι σήμερα από το Grand Theft Auto VI δημιουργούν την αίσθηση ότι η Rockstar ετοιμάζεται να ανεβάσει τον πήχη για ακόμη μία φορά. Το Vice City επιστρέφει, αλλά δεν μιλάμε απλώς για μια σύγχρονη εκδοχή μιας πόλης που αγαπήσαμε. Μιλάμε για έναν τεράστιο, ζωντανό κόσμο, γεμάτο λεπτομέρειες, χαρακτήρες, δραστηριότητες και μικρές στιγμές που υπόσχονται να κάνουν την εξερεύνηση, εμπειρία από μόνη της.
Τα πλάνα που είδαμε στο extended look στο Netflix, η απίστευτη λεπτομέρεια στα περιβάλλοντα, ο τρόπος με τον οποίο κινούνται οι χαρακτήρες και η ατμόσφαιρα της Leonida δημιουργούν προσδοκίες που πριν από μερικά χρόνια θα έμοιαζαν εξωπραγματικές και μετά υπάρχουν εκείνες οι στιγμές που σε κάνουν να σταματάς το trailer και να σκέφτεσαι: «Πώς γίνεται να φτιάξουν κάτι τέτοιο;». Δεν είναι μόνο τα γραφικά. Είναι η αίσθηση ζωής. Η εντύπωση ότι, πίσω από κάθε γωνία, μπορεί να συμβεί κάτι απρόσμενο. Ότι ο κόσμος δεν υπάρχει απλώς για να τον διασχίσουμε, αλλά για να τον ανακαλύψουμε. Το Grand Theft Auto δεν είναι πλέον απλώς ένα videogame που περιμένουν εκατομμύρια παίκτες. Είναι ένα φαινόμενο που ξεπερνά τα όρια του gaming και όσο πλησιάζει η κυκλοφορία, τόσο μεγαλώνει η περιέργεια για το τι έχει καταφέρει να δημιουργήσει αυτή τη φορά η Rockstar.
Κάποτε μετρούσα τον χρόνο διαφορετικά. Δεν ήξερα πότε θα βγει το επόμενο μεγάλο παιχνίδι, δεν παρακολουθούσα trailers με προσοχή στη λεπτομέρεια και δεν ανέλυα κάθε πληροφορία για να καταλάβω τι μπορεί να σημαίνει. Απλώς έπαιζα. Τώρα, τριάντα ημέρες πριν από την κυκλοφορία του GTA 6, βρίσκομαι στην άλλη πλευρά. Μεγάλωσα, οι υποχρεώσεις αυξήθηκαν και ο ελεύθερος χρόνος δεν είναι πια ο ίδιος. Υπάρχουν πλέον πράγματα που προηγούνται από ένα πολύωρο gaming session και στιγμές που θα ήθελα να κρατήσουν λίγο περισσότερο. Κι όμως, αυτή η αναμονή μού δημιουργεί ένα συναίσθημα που είχα καιρό να νιώσω.
Γιατί, για λίγα λεπτά, δεν σκέφτομαι πόσες ώρες θα μπορέσω να αφιερώσω στο παιχνίδι. Δεν σκέφτομαι πόσο μεγάλο θα είναι, πόσες αποστολές θα έχει ή πόσο θα εντυπωσιάσει τους κριτικούς. Σκέφτομαι εκείνο το παιδί που καθόταν δίπλα στον αδερφό του και οδηγούσε ένα κλεμμένο αυτοκίνητο στους δρόμους του San Andreas, χωρίς να έχει την παραμικρή ιδέα για το πού πηγαίνει και το δωμάτιο να πλημμυρίζει φωνές και γέλια και αναρωτιέμαι πόσο όμορφο θα ήταν, όταν ανοίξω για πρώτη φορά το GTA 6, να νιώσω έστω και για λίγο κάτι από εκείνη την ίδια μαγεία.
Όχι επειδή το παιχνίδι θα είναι απαραίτητα τέλειο. Κανένα παιχνίδι δεν χρειάζεται να είναι τέλειο για να γίνει ξεχωριστό. Αλλά επειδή μερικές φορές, αυτό που αναζητάμε σε ένα videogame δεν είναι απλώς μια καλή ιστορία ή ένας εντυπωσιακός κόσμος. Είναι η ευκαιρία να ξεφύγουμε για λίγο από την καθημερινότητα, να χαθούμε κάπου αλλού, να θυμηθούμε πώς νιώθαμε όταν όλα ήταν λίγο πιο απλά.
Δεν περιμένω μόνο να δω τι μπορεί να δημιουργήσει η Rockstar με τη σημερινή τεχνολογία. Περιμένω να επιστρέψω σε έναν κόσμο που, με τον δικό του παράξενο τρόπο, αποτελεί κομμάτι της παιδικής μου ηλικίας. Τριάντα ημέρες έμειναν και κάπου εκεί, ανάμεσα στα φώτα του Vice City, στους δρόμους της Leonida και σε όλα όσα μας περιμένουν, ελπίζω να βρίσκεται ακόμη εκείνο το συναίσθημα που είχα όταν έπαιζα GTA με τον αδερφό μου. Γιατί τα χρόνια περνούν. Οι εποχές αλλάζουν. Μεγαλώνουμε, οι ευθύνες πληθαίνουν και ο χρόνος για εκείνες τις μικρές αποδράσεις γίνεται όλο και πιο περιορισμένος. Όμως, κάπου μέσα μας, παραμένει εκείνο το παιδί που κάποτε καθόταν μπροστά σε μια οθόνη και ένιωθε πως ολόκληρος ο κόσμος τού ανήκε.
Αυτό είναι το πιο όμορφο πράγμα που μπορούν να μας προσφέρουν τα videogames. Όχι απλώς να μας ταξιδεύουν σε καινούργιους κόσμους, αλλά να μας επιστρέφουν, έστω και για λίγο, σε εκείνους που αγαπήσαμε όταν ήμασταν παιδιά.
Σε τριάντα ημέρες, δεν θέλω απλώς να παίξω το GTA 6. Θέλω, έστω και για λίγες ώρες, να ξεχάσω πόσο μεγάλωσα και να νιώσω ξανά εκείνη τη μαγεία που ένιωθα τότε, όταν κάθε δρόμος έκρυβε μια περιπέτεια και κάθε νέα αρχή έμοιαζε ατελείωτη.
Γιατί κάποτε έπαιζα GTA με τον αδερφό μου και δεν μπορούσα να φανταστώ πόσο γρήγορα θα περνούσαν τα χρόνια. Τώρα, τριάντα ημέρες πριν από το GTA 6, συνειδητοποιώ πως δεν περιμένω μόνο ένα καινούργιο παιχνίδι. Περιμένω να συναντήσω ξανά ένα κομμάτι εκείνων των χρόνων που δεν γυρίζουν πίσω.
Και αν για λίγες στιγμές το GTA 6 καταφέρει να με κάνει να νιώσω ξανά όπως τότε, όταν ήμουν απλώς ένα παιδί που ανακάλυπτε έναν ολόκληρο κόσμο, τότε θα μου έχει προσφέρει κάτι πολύ μεγαλύτερο από ένα παιχνίδι.

Αφήστε μια απάντηση