Ο ηθοποιός που αγαπήσαμε στο «Καφέ της Χαράς» και ο Αλφόνσο των «Ατρόμητων» μιλά για τη διαδρομή, τη μεταγλώττιση και το πάθος που τον κράτησε 44 χρόνια στη σκηνή.
Inside the Forge – Οι δημιουργοί πίσω από την οθόνη
Υπάρχουν άνθρωποι που δεν επιλέγουν απλώς ένα επάγγελμα. Το κουβαλούν μέσα τους πριν ακόμη καταλάβουν ακριβώς τι σημαίνει. Πριν γνωρίσουν τις δυσκολίες, τις απορρίψεις, τις θυσίες και το βάρος της διαδρομής.
Για τον Περικλή Λιανό, η υποκριτική υπήρχε από πολύ νωρίς.
Η σειρά Inside the Forge του PixelForgeGR συνεχίζει να φωτίζει τις ιστορίες ανθρώπων που άφησαν το δικό τους αποτύπωμα στον χώρο της ψυχαγωγίας και της δημιουργίας. Αυτή τη φορά φιλοξενούμε τον Περικλή Λιανό, έναν ηθοποιό που το κοινό αγάπησε μέσα από την τηλεόραση, το θέατρο και τη μεταγλώττιση, με ρόλους και φωνές που παραμένουν ζωντανές στη μνήμη πολλών ανθρώπων.
Η ιστορία του ξεκινά από το Θέρμο. Από ένα παιδί που ήδη από τα πρώτα χρόνια του δημοτικού είχε δηλώσει πως ήθελε να γίνει ηθοποιός. Πριν από αυτό, όπως θυμάται με χιούμορ, είχε πει πως ήθελε να γίνει δεσπότης, επειδή τον εντυπωσίαζε η παρουσία του δεσπότη στο χωριό του. Ίσως, τελικά, το πρώτο σημάδι να είχε φανεί ήδη από τότε. Δεν ήταν απλώς το επάγγελμα· ήταν εκείνη η βαθιά έλξη για το θέαμα.
Μεγαλώνοντας, το σινεμά, το θέατρο και οι παραστάσεις που παρακολουθούσε μαζί με τη μητέρα του άρχισαν να διαμορφώνουν μέσα του μια ξεκάθαρη ανάγκη. Όχι απλώς να βλέπει ιστορίες, αλλά να συμμετέχει στη δημιουργία τους.
Όπως μας λέει, αυτό που τον μάγεψε στην υποκριτική ήταν η δυνατότητα να φεύγει κανείς από την πραγματικότητα. Να δημιουργεί άλλους κόσμους, να ζει άλλες καταστάσεις και να υπάρχει μέσα από ρόλους που ανοίγουν δρόμους πέρα από την καθημερινότητα.
Όταν του ζητήσαμε να περιγράψει τον εαυτό του με μία λέξη, η απάντηση δεν ήρθε εύκολα. Τελικά, στάθηκε σε μία.
«Δύσκολος.»
Ίσως γιατί η διαδρομή του δεν υπήρξε ποτέ απλή και ίσως γιατί οι άνθρωποι που επιμένουν πραγματικά σε αυτό που αγαπούν, σπάνια είναι εύκολοι.
Πριν αφοσιωθεί ολοκληρωτικά στην υποκριτική, ο Περικλής Λιανός βρέθηκε στα έδρανα της Νομικής Αθηνών. Τον Σεπτέμβρη του 1981, μέσα σε διάστημα μόλις δεκαπέντε ημερών, βρέθηκε με το ένα πόδι στη δραματική σχολή και με το άλλο στο πανεπιστήμιο. Αντί να επιλέξει, αποφάσισε να τα κάνει και τα δύο.
Σπούδαζε νομικά και υποκριτική ταυτόχρονα. Από το δεύτερο έτος της δραματικής σχολής άρχισε ήδη να παίζει στο θέατρο και στην τηλεόραση. Αργότερα ολοκλήρωσε τη Νομική, υπηρέτησε τη θητεία του, έκανε άσκηση, μπήκε στον Δικηγορικό Σύλλογο και συνεργάστηκε με δικηγορικό γραφείο. Όμως η υποκριτική συνέχιζε να είναι εκεί.
Κάποια στιγμή κατάλαβε πως η δικηγορία και η υποκριτική είναι δύο απαιτητικές δουλειές καριέρας. Δύο δρόμοι που χρειάζονται αφοσίωση. Δεν μπορούσαν να προχωρήσουν και οι δύο με τον ίδιο τρόπο. Έτσι, επέλεξε αυτό που ήταν εξαρχής η πραγματική του ανάγκη.
Η τηλεόραση τον σύστησε σε ένα πολύ μεγάλο κοινό και από όλους τους τηλεοπτικούς ρόλους του, ένας ξεχωρίζει αναπόφευκτα.
Ο Θόδωρος από το «Καφέ της Χαράς».
Ο ίδιος αναγνωρίζει πως η διάρκεια της σειράς, οι επαναλήψεις και η αγάπη του κόσμου έκαναν τον συγκεκριμένο ρόλο να κυριαρχήσει στη μνήμη του κοινού. Ήταν ένας ρόλος που αγάπησε και ο ίδιος ιδιαίτερα.
Παράλληλα, ξεχωρίζει και άλλες δουλειές, όπως τον ρόλο του πατέρα στο «Steps», όμως ο Θόδωρος παραμένει ο πιο αναγνωρίσιμος και προσωπικά αγαπημένος του τηλεοπτικός ρόλος.
Για μια ολόκληρη γενιά, όμως, ο Περικλής Λιανός δεν συνδέθηκε μόνο με την εικόνα του. Συνδέθηκε και με τη φωνή του.
Μέσα από τη μεταγλώττιση, χάρισε τη φωνή του σε πολλούς χαρακτήρες. Ανάμεσά τους, ο Χοσέ Αρμάντο στην «Εσμεράλδα», μια σειρά που εξελίχθηκε σε πραγματικό τηλεοπτικό φαινόμενο, και ο Αλφόνσο στους «Ατρόμητους», μια δουλειά με την οποία δέθηκε βαθιά.
Η «Εσμεράλδα» ήταν, όπως θυμάται, κάτι πολύ μεγαλύτερο από μια ακόμη σειρά. Τα ποσοστά τηλεθέασης, η απήχηση, οι συνεντεύξεις και η ανταπόκριση του κόσμου δημιούργησαν μια ατμόσφαιρα σχεδόν απίστευτη.
Θυμάται χαρακτηριστικά την περίοδο των ευρωεκλογών του 1999, όταν όλα τα κανάλια πρόβαλλαν πολιτικές ομιλίες, ένα κανάλι κράτησε την «Εσμεράλδα» στο πρόγραμμά του. Η σειρά έκανε τεράστια τηλεθέαση, ξεπερνώντας τα πάντα γύρω της.
Ήταν ένα φαινόμενο που έδειχνε πόσο δυνατά μπορεί να δεθεί το κοινό με μια ιστορία και τους ανθρώπους που της δίνουν φωνή.
Στους «Ατρόμητους», τα πράγματα ήταν ακόμη πιο προσωπικά. Δεν δάνειζε μόνο τη φωνή του στον Αλφόνσο, αλλά είχε και σκηνοθετική επιμέλεια της μεταγλώττισης. Η σειρά κράτησε περίπου τρία χρόνια από τη ζωή του, από το 2000 έως το 2003, και την αγάπησε πραγματικά.
Τον Αλφόνσο τον περιγράφει ως έναν χαρακτήρα με τον οποίο δεν έμοιαζε καθόλου. Δεν συμμεριζόταν ούτε την πανουργία του, ούτε την κακία του, ούτε την τεμπελιά του κι όμως, τον λάτρεψε. Τόσο πολύ, που πολλές φορές σταματούσε το γράψιμο από τα γέλια.
Η μεταγλώττιση, όμως, δεν ήταν ποτέ κάτι εύκολο.
Ο Περικλής Λιανός επιμένει πως στη μεταγλώττιση ο ηθοποιός καλείται να ερμηνεύσει την ερμηνεία κάποιου άλλου. Να ακολουθήσει την ενέργεια, την αλήθεια και τη ζωντάνια του αρχικού ηθοποιού, χωρίς να έχει πάντα τον χρόνο και τις συνθήκες που θα χρειαζόταν.
Μιλώντας για την ελληνική μεταγλώττιση, αναγνωρίζει πως οι Έλληνες ηθοποιοί έχουν κάνει πραγματικά θαύματα κάτω από δύσκολες συνθήκες.
Συχνά το κείμενο δίνεται εκείνη την ώρα και, τις περισσότερες φορές, δεν υπάρχει καν χρόνος για πρόβα. Ο χρόνος είναι περιορισμένος, οι αμοιβές μειωμένες και οι απαιτήσεις παραμένουν υψηλές
Σε παλαιότερες εποχές, όπως του είχαν διηγηθεί παλιότεροι ηθοποιοί, οι συνθήκες στην ΕΡΤ ήταν πολύ διαφορετικές. Υπήρχε χρόνος για πρόβες, δοκιμές και σοβαρή προετοιμασία. Γι’ αυτό, όπως λέει, κάποιες μεταγλωττίσεις εκείνης της περιόδου παραμένουν αξεπέραστες.
Με τα χρόνια, όμως, ο πήχης άρχισε να κατεβαίνει. Λιγότεροι ηθοποιοί αναλαμβάνουν περισσότερους ρόλους, ο χρόνος πιέζει και οι οικονομικές συνθήκες γίνονται όλο και δυσκολότερες.
Ο ίδιος προσπάθησε, όταν ανέλαβε σκηνοθεσίες μεταγλώττισης, να κρατήσει το επίπεδο όσο πιο ψηλά μπορούσε. Στα πρώτα επεισόδια μελετούσε στο σπίτι, έκανε προσαρμογές, παρακολουθούσε ξανά και ξανά το υλικό. Όμως κάποια στιγμή αντιλήφθηκε ότι δεν μπορείς να παραδίδεις δουλειά αξίας εκατό ευρώ όταν οι συνθήκες σου επιτρέπουν δέκα.
Κάπως έτσι, με τον καιρό, απομακρύνθηκε από τη μεταγλώττιση. Όχι επειδή δεν την αγαπούσε, αλλά επειδή δεν του έδινε πια τη χαρά που του έδινε παλαιότερα.
Από τις πρώτες του εμπειρίες στον χώρο θυμάται και τη «Φρουτοπία», όπου δάνειζαν φωνές σε κούκλες. Εκεί βρέθηκε δίπλα σε σπουδαίους ανθρώπους του χώρου, σε συνθήκες που σήμερα μοιάζουν σχεδόν μυθικές.
Μιλά για αμοιβές, χρόνο, φροντίδα, ακόμη και καθημερινότητα στο στούντιο που είχε οργάνωση και σεβασμό. Θυμάται τη Ματίνα Καρρά να του λέει πως δεν θα είναι πάντα έτσι και πράγματι, δεν ήταν.
Η αλλαγή δεν αφορά μόνο τη μεταγλώττιση. Όπως λέει, έχει αλλάξει συνολικά ο χώρος του θεάτρου και της τηλεόρασης. Όλα έχουν γίνει πιο γρήγορα. Οι παραστάσεις αλλάζουν, οι ρόλοι πολλαπλασιάζονται, τα καμαρίνια δεν ανήκουν πια πραγματικά σε κανέναν, ο χρόνος προετοιμασίας περιορίζεται.
Κάποτε ένας ηθοποιός ξεκινούσε πρόβες τον Αύγουστο, ανέβαζε παράσταση τον Οκτώβριο και έμενε σε αυτή μέχρι την άνοιξη. Σήμερα μπορεί μέσα σε μια σεζόν να παίξει τρεις και τέσσερις διαφορετικούς ρόλους.
Αυτό έχει ενδιαφέρον καλλιτεχνικά, όπως παραδέχεται. Όμως έχει και ένα κόστος. Δεν υπάρχει πια πάντα ο χρόνος να κατακτήσεις πραγματικά έναν ρόλο, να προετοιμαστείς, να απολαύσεις τη διαδικασία. Το πιο σκληρό, όμως, είναι αυτό που βλέπει στους νέους ηθοποιούς.
Συνεργάζεται συχνά με νέα παιδιά και βλέπει πολύ ταλέντο. Πραγματικό ταλέντο. Όμως η αγορά είναι μικρή, οι δρόμοι περιορισμένοι και πολλοί αναγκάζονται να δουλεύουν παράλληλα σε άλλες δουλειές για να ζήσουν.
Για τον ίδιο, αυτό είναι μια μεγάλη απώλεια. Ένα ταλέντο που υπάρχει, αλλά συχνά δεν βρίσκει χώρο να αναπτυχθεί.
Όταν τον ρωτήσαμε τι θα έλεγε σε ένα νέο παιδί που θέλει να ασχοληθεί με την υποκριτική ή τη μεταγλώττιση, η απάντησή του ήταν ξεκάθαρη.
Να αναρωτηθεί αν μπορεί να ζήσει χωρίς αυτό. Όχι οικονομικά. Ψυχικά.
Αν μπορεί να ζήσει καλά κάνοντας κάτι άλλο, τότε ίσως είναι καλύτερο να κάνει κάτι άλλο. Γιατί η δουλειά αυτή έχει πολλά χαστούκια, πολλές πίκρες και πολλές δυσκολίες. Αν όμως είναι ανάγκη, αν δεν μπορεί να φανταστεί τη ζωή του χωρίς αυτή, τότε αξίζει να μείνει και να παλέψει.
Ο ίδιος το έζησε αυτό στην πράξη.
Έφυγε από ένα δικηγορικό γραφείο όπου έβγαζε χρήματα και ζούσε καλά, για να αφοσιωθεί σε έναν χώρο όπου εκείνη την περίοδο δεν πήγαινε καλά. Τον απέρριπταν σε ακροάσεις, δυσκολευόταν οικονομικά και δεν είχε καμία εγγύηση.
Κι όμως, το έκανε.
Γιατί, όπως λέει, δεν μπορούσε να ζήσει χωρίς αυτή τη δουλειά.
Στο τέλος της συζήτησης, όταν τον ρωτήσαμε ποια φράση θα μπορούσε να περιγράψει ολόκληρη τη διαδρομή του, δεν δυσκολεύτηκε.
Διάρκεια.
Από το 1982, όταν ως φοιτητής ακόμη της δραματικής σχολής ανέβηκε για πρώτη φορά στο θέατρο, μέχρι σήμερα, δεν έχει σταματήσει να δουλεύει. Υπήρξαν περίοδοι που επέλεξε να μη συμμετάσχει σε κάτι ή να περιμένει κάτι άλλο. Υπήρξαν δουλειές χωρίς χρήματα, επιλογές που κόστισαν, στιγμές που πείνασε.
Όμως δεν έζησε ποτέ από άλλη δουλειά. Η υποκριτική ήταν και παραμένει η ζωή του και ίσως αυτή να είναι η πιο ουσιαστική μορφή επιτυχίας. Όχι απαραίτητα οι μεγάλοι τίτλοι, οι εντυπωσιακές συνεργασίες ή οι κορυφαίες σκηνές, αλλά η συνέχεια, η αντοχή, η επιμονή να είσαι παρών σε έναν χώρο δύσκολο, απαιτητικό και συχνά άδικο.
Κάπου προς το τέλος της κουβέντας, είπε κάτι που μου έχει μείνει. Το τρένο μπορεί να περάσει. Μπορεί και να μην περάσει. Το θέμα είναι η βαλίτσα σου να είναι γεμάτη για να μπεις.
Ίσως αυτή η φράση να συνοψίζει καλύτερα από οτιδήποτε άλλο τη διαδρομή του Περικλή Λιανού.
Πάθος, προετοιμασία, επιμονή και διάρκεια.
Κάθε δημιουργός έχει τη δική του ιστορία και τη δική του διαδρομή.
Μέσα από τη σειρά Inside the Forge, το PixelForgeGR συνεχίζει να φωτίζει αυτές τις ιστορίες και τους ανθρώπους που βρίσκονται πίσω από τις φωνές, τις εικόνες και τις αναμνήσεις που μας συνόδευσαν σε διαφορετικές στιγμές της ζωής μας.
Ραντεβού στο επόμενο Inside the Forge.
Πηγή κεντρικής φωτογραφίας: Grand Magazine

Απάντηση