Ο David Rosen, συνιδρυτής και ιστορικός ηγέτης της Sega, πέθανε σε ηλικία 95 ετών, αφήνοντας πίσω του τεράστια παρακαταθήκη στην ιστορία των arcade και των videogames.
Ο David Rosen, συνιδρυτής και ιστορικός ηγέτης της Sega, έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 95 ετών, ανήμερα των Χριστουγέννων. Πρόκειται για μία από τις πιο καθοριστικές προσωπικότητες στην ιστορία των arcade και των videogames γενικότερα, με επιρροή που εκτείνεται από τη δεκαετία του ’60 έως και τα μέσα της δεκαετίας του ’90.
Ο Rosen παρέμεινε μέλος του διοικητικού συμβουλίου της Sega μέχρι το 1996 και ήταν από τους ανθρώπους που όχι μόνο συνέβαλαν στη γέννηση της ιαπωνικής βιομηχανίας videogames, αλλά και στην παγκόσμια εκτόξευσή της, τόσο στα arcades όσο και στις οικιακές κονσόλες.
Η πορεία του Rosen στη βιομηχανία ξεκίνησε απρόσμενα. Ως πιλότος της Αμερικανικής Πολεμικής Αεροπορίας κατά τον Πόλεμο της Κορέας, βρέθηκε στην Ιαπωνία και μετά το τέλος της σύρραξης, αποφάσισε να παραμείνει στη χώρα, βλέποντας τις δυνατότητες μιας οικονομίας που ανασυγκροτούνταν.
Το 1954 ίδρυσε την Rosen Enterprises, αρχικά εισάγοντας φωτογραφικούς θαλάμους από τις ΗΠΑ, καλύπτοντας την αυξημένη ανάγκη των Ιαπώνων πολιτών για νέες ταυτότητες. Σύντομα επεκτάθηκε σε pinball και coin-operated μηχανήματα, τα οποία τοποθετούσε σε καταστήματα, εστιατόρια και κινηματογράφους.
Το 1965, η εταιρεία συγχωνεύθηκε με τη Nihon Goraku Bussan. Ο τομέας coin-op της τελευταίας ονομαζόταν Service Games, ένα όνομα που συντομεύτηκε στο εμβληματικό Sega.
Τα επόμενα 15 χρόνια, η Sega πέρασε από την εισαγωγή μηχανημάτων στον σχεδιασμό και την κατασκευή δικών της παιχνιδιών. Από jukeboxes και pinball, η εταιρεία προχώρησε σε ηλεκτρομηχανικά arcade hits όπως το Periscope και το Killer Shark (1972), το οποίο μάλιστα εμφανίστηκε για λίγο και στην ταινία Jaws.
Παράλληλα, η Sega δημιούργησε δικά της arcades, αποκτώντας πλήρη έλεγχο σε κάθε πτυχή της δραστηριότητάς της. Τη δεκαετία του ’80, τίτλοι όπως OutRun, Space Harrier και After Burner μετέτρεψαν τα arcades από «σκοτεινά στέκια» σε μοντέρνους, aspirational χώρους διασκέδασης. Στα ‘90s, τα Virtua Racing και Virtua Fighter καθιέρωσαν τη Sega ως τεχνολογική δύναμη αιχμής.
Από τα τέλη της δεκαετίας του ’70, ο Rosen στόχευσε και στην αγορά των οικιακών συστημάτων, όπου κυριαρχούσε η Nintendo. Η πρώτη προσπάθεια της Sega δεν είχε επιτυχία, όμως το Sega Master System του 1986 βρήκε τεράστια απήχηση στην Ευρώπη και τη Νότια Αμερική.
Ο Rosen διέκρινε ένα σημαντικό κενό στην αγορά. Eνώ η Nintendo απευθυνόταν κυρίως σε οικογένειες, η Sega μπορούσε να στοχεύσει εφήβους και νεαρούς ενήλικες με πιο «σκληρούς» τίτλους, όπως τα Golden Axe και Shinobi.
Το 1988, με την κυκλοφορία του Sega Mega Drive, ο Rosen επέβαλε τη μετονομασία του σε Genesis στις ΗΠΑ, σηματοδοτώντας μια «νέα αρχή». Η επιθετική καμπάνια μάρκετινγκ και το θρυλικό σύνθημα “Genesis does what Nintendon’t” έμειναν στην ιστορία.
Ο David Rosen αποσύρθηκε το 1996, παραμένοντας ενεργός στη διοίκηση μέχρι τέλους. Παρότι η Sega έχασε αργότερα το έδαφος στις κονσόλες λόγω της ανόδου του PlayStation, η επιρροή του Rosen στη διαμόρφωση της βιομηχανίας είναι αδιαμφισβήτητη.
Σε συνέντευξή του το 2013, είχε πει με χαμόγελο ότι ακόμη και στο Λος Άντζελες, άγνωστοι τον σταματούσαν στον δρόμο για να του φωνάξουν απλώς: «Sega!». Ίσως αυτό να είναι και το πιο ταιριαστό αντίο για έναν άνθρωπο που έδεσε το όνομά του με μία ολόκληρη εποχή του gaming.

Απάντηση