One Piece: World Seeker – Ένας ατελής θησαυρός

Όταν κυκλοφόρησε το One Piece: World Seeker, οι περισσότεροι περίμεναν ότι θα ήταν το μεγάλο βήμα της σειράς προς έναν πραγματικά Open World τίτλο. Για πρώτη φορά, ο Luffy δεν περιοριζόταν σε μικρές περιοχές ή σε αποστολές που απλώς αναπαρήγαγαν γεγονότα του anime. Υπήρχε ένας ολοκαίνουργιος κόσμος, μια πρωτότυπη ιστορία και η υπόσχεση ότι θα μπορούσαμε να ζήσουμε μια διαφορετική περιπέτεια στο σύμπαν του One Piece. Η πραγματικότητα, βέβαια, αποδείχθηκε αρκετά πιο… περίπλοκη.

Μετά, λοιπόν,από την πρόσφατη ολοκλήρωση του 4ου Playthrough, με περισσότερες από 120 ώρες παιχνιδιού, όλα τα DLC, το 100% του διαθέσιμου περιεχομένου και το Platinum Trophy, θεωρώ πως μπορώ πλέον να δω το παιχνίδι λίγο πιο ψύχραιμα απ’ ό,τι όταν έπεσαν οι τίτλοι τέλους για πρώτη φορά. Οφείλω βέβαια να ομολογήσω ότι όσο περισσότερο το σκέφτομαι, τόσο περισσότερο πιστεύω πως το World Seeker, είναι ένας από εκείνους τους τίτλους που δύσκολα μπορείς να περιγράψεις με μία μόνο λέξη. Φυσικά και δεν είναι αριστούργημα, αλλά δεν είναι και αποτυχία. Είναι απλώς… παράξενα ιδιαίτερο.

Αυτό που με κέρδισε σχεδόν αμέσως ήταν ο ίδιος ο κόσμος του. Η Emerald Prison δεν είναι το μεγαλύτερο ή το πιο γεμάτο Open World που έχουμε δει, όμως διαθέτει μια ηρεμία που σε κάνει να θέλεις να χαθείς μέσα του. Αντί να τρέχεις αποκλειστικά από objective σε objective, αρκετές φορές έπιανα τον εαυτό μου να αλλάζει πορεία μόνο και μόνο επειδή είδα κάτι στο βάθος που μου κίνησε την περιέργεια και σχεδόν πάντα άξιζε τον κόπο να το κάνω.

Ένα collectible, ένα υλικό για crafting, ένα σημείο με όμορφη θέα ή μια μικρή δραστηριότητα, έκανε τον κόσμο να μοιάζει λίγο πιο ζωντανός. Δεν είναι μια επανάσταση στο είδος, αλλά είναι από τις λίγες φορές που ένιωσα πως η εξερεύνηση ανταμείβει πραγματικά τον παίκτη, αντί να υπάρχει απλώς για να γεμίσει τον χάρτη με εικονίδια.

Σημαντικό ρόλο σε αυτό παίζει και η καλλιτεχνική ταυτότητα του παιχνιδιού. Ακόμη και σήμερα, θεωρώ πως το art direction του παραμένει από τα μεγαλύτερα ατού του. Τα χρώματα, ο φωτισμός, η συνολική αισθητική και ο τρόπος που αποδίδεται ο κόσμος του One Piece, δημιουργούν πολλές στιγμές όπου πραγματικά νιώθεις ότι παίζεις ένα διαδραστικό επεισόδιο του anime. Η συνοδεία του soundtrack μπορεί να μην αφήνει το αποτύπωμα που θα θυμάσαι για χρόνια, ούτε χρησιμοποιεί γνωστά OST του anime για να χτυπήσει την νοσταλγία του κοινού. Παρόλα αυτά, ξέρει πότε να κάνει αισθητή την παρουσία του και πότε να μείνει διακριτικά στο παρασκήνιο.

Η ίδια λογική ισχύει και για την ιστορία. Δεν προσπάθησε να βασιστεί σε κάποιο γνωστό arc μόνο και μόνο για λόγους νοσταλγίας. Αντίθετα, επέλεξε να αφηγηθεί κάτι καινούργιο και προς έκπληξή μου, το κατάφερε αρκετά καλά. Επιπροσθέτως, οι νέοι χαρακτήρες δεν ένιωσα ποτέ ότι υπάρχουν απλώς για να γεμίσουν το roster. Η Jeane και ο Isaac έχουν ουσιαστικό ρόλο στην πλοκή και καταφέρνουν να δέσουν φυσικά με τον υπόλοιπο κόσμο, ενώ οι γνώριμοι χαρακτήρες της σειράς αξιοποιούνται αρκετά σωστά στις περισσότερες περιπτώσεις.

Φτάνω, όμως, και σε αυτή την στιγμή, που πρέπει να αφήσω πίσω τα πράγματα με εξέπληξαν και να μιλήσω για το Gameplay,το οποίο πιστεύω ότι είναι με διαφορά,η μεγαλύτερη αντίφαση ολοκλήρου του παιχνιδιού. Το σύστημα μάχης είναι πραγματικά διασκεδαστικό. Η αίσθηση του να εκτοξεύεις αντιπάλους με τις ικανότητες του Luffy, να συνδυάζεις Skills και να χρησιμοποιείς τις διαφορετικές τεχνικές του, είναι πραγματικά απολαυστική. Για αρκετές ώρες ένιωθα ότι δύσκολα θα το βαρεθώ,αλλά δυστυχώς προς έκπληξη μου,έπεσα εκτός των προγνωστικών. Και αυτό δεν έρχεται ως αποτέλεσμα επειδή είναι κακό, αλλά επειδή δεν εξελίσσεται αρκετά όσο προχωράει το παιχνίδι. Μετά από ένα σημείο αρχίζεις να επαναλαμβάνεις τις ίδιες κινήσεις ξανά και ξανά, ενώ το Gear Fourth, που θα έπρεπε να αποτελεί την κορύφωση της δύναμης του Luffy, καταλήγει να είναι περισσότερο ένα εντυπωσιακό εφέ παρά ένα πραγματικά χρήσιμο εργαλείο.

Δυστυχώς όμως, το μεγαλύτερο πρόβλημα του gameplay δεν είναι αυτό, αλλά η αίσθηση του χειρισμού. Υπάρχουν στιγμές που όλα λειτουργούν υπέροχα και νιώθεις ότι κινείσαι με απίστευτη ταχύτητα μέσα στον κόσμο,όμως, υπάρχουν και άλλες στιγμές όπου το παιχνίδι μοιάζει να παλεύει με τον ίδιο του τον εαυτό. Ένα dodge που καθυστερεί, ένα άλμα που δεν βγήκε ακριβώς όταν πάτησες το κουμπί και μια κάμερα που αποφάσισε ότι προτεραιότητα έχει ο τοίχος δίπλα σου αντί για τον εχθρό που προσπαθεί να σε διαλύσει. Το στενάχωρο είναι ότι δεν είναι προβλήματα που εμφανίζονται μία φορά. Είναι προβλήματα που σε ακολουθούν μέχρι και το τελευταίο λεπτό του Playthrough σου, με την πικρή αλήθεια να είναι ότι όσο περισσότερο κυνηγάς το 100%, τόσο περισσότερο αρχίζουν να σε κουράζουν.

Το ίδιο συμβαίνει και με τα Side Missions. Αν τα κάνεις περιστασιακά, λειτουργούν αρκετά καλά. Αν όμως αποφασίσεις να ολοκληρώσεις τα πάντα, δεν αργείς να καταλάβεις ότι πολλά από αυτά ανακυκλώνουν συνεχώς τις ίδιες ιδέες. Ατελείωτοι χωρίς νόημα διάλογοι, οι συνεχείς μετακινήσεις από NPC σε NPC και αποστολές που υπάρχουν απλώς για να καθυστερήσουν τον παίκτη, αποτελούν ίσως τα πιο αδύναμα κομμάτια του παιχνιδιού.

Όμως, το κερασάκι στην τούρτα, έρχεται να βάλει (σαν άλλη μια απρόσμενη έκπληξη) ο Smoker. Έπειτα η Tashigi. Μετά… ξανά ο Smoker. Λίγο αργότερα… ξανά η Tashigi. Έπειτα ξανά.. ο Smoker. Μετά… πάλι η Tashigi. Με επανάληψη,στην επανάληψη,την επανάληψη, Ώ μέγα επανάληψη. Δυσκολεύομαι να θυμηθώ άλλο παιχνίδι που να κατάφερε να υπερ-χρησιμοποιήσει τόσο πολύ δύο χαρακτήρες, φτάνοντας τον παίκτη σε σημείο να τους μισήσει. Σχεδόν κάθε φορά που έλεγα ότι ” Επιτέλου, έφυγαν! “, το παιχνίδι έβρισκε έναν ακόμη τρόπο να τους επαναφέρει. Στο ξεκίνημα της ιστορίας αυτό λειτουργούσε και έβγαζε και κάποιο ιδεώδες νόημα. Δυστυχώς, όμως,μετα την ολοκλήρωση της, η παρουσία τους έμοιαζε απλώς με δικαιολογία για τεχνητή επιμήκυνση της διάρκειας.

Παρ’ όλα αυτά, το μεγαλύτερο challenge για να δείτε πόσο αντέχουν τα νεύρα και φυσικά η υπομονή σας, δεν είναι άλλο από το chapter 14. Δεν θα κάνω spoilers, αλλά πραγματικά δεν μου έχει τύχει παρόμοια περίπτωση σε videogame που να με εκνεύρισε τόσο πολύ. Ήταν το μοναδικό σημείο όπου εγκατέλειψα εντελώς το παιχνίδι για περίπου επτά μήνες και οχι επειδή ήταν δύσκολο, αλλά επειδή σταμάτησα να διασκεδάζω.

Παρ’ όλα αυτά επέστρεψα και αυτό, για μένα, λέει πολλά. Γιατί αν ένα παιχνίδι καταφέρνει να σε κάνει να επιστρέψεις, ακόμη κι αφού σε έχει εκνευρίσει τόσο πολύ, σημαίνει ότι κάτι έκανε σωστά. Όταν τελικά ολοκλήρωσα τα πάντα, οι αναμνήσεις μου δεν περιελάμβαναν μόνο τις άβολες μάχες, τα Mission Failed ή τις επαναλαμβανόμενες αποστολές.

Θυμόμουν τον κόσμο του. Θυμόμουν την ατμόσφαιρά του. Θυμόμουν εκείνη την αίσθηση ότι ζούσα μια μικρή, ξεχωριστή περιπέτεια στο σύμπαν του One Piece, που εν τέλει, ήταν η “επίγευση” που μου έμεινε.

Το One Piece: World Seeker δεν είναι το παιχνίδι που θα προτείνω ως το κορυφαίο anime game όλων των εποχών. Είναι όμως ένας τίτλος που έφυγε από τα γνώριμα και συνηθισμένα λημέρια του, δοκιμάζοντας κάτι νέο. Σίγουρα,πολλές από τις ιδέες του, δεν παρουσιάστηκαν όπως θα έπρεπε, όμως παρά τα στραβά του, παραμένει ένας από τους πιο ενδιαφέροντες τίτλους που έχει αποκτήσει το franchise.

Αν είστε φίλοι του One Piece, πιστεύω ότι αξίζει να το ζήσετε. Όχι επειδή πρέπει ή επειδή είναι μια περιπέτεια σαν καμία άλλη. Αλλά επειδή, όπως και το ίδιο το ταξίδι των Straw Hats, δεν είναι η τελειότητα που κάνει την εμπειρία αξέχαστη. Είναι οι στιγμές που μένουν μαζί σου όταν το ταξίδι τελειώσει.

Author

  • Ο Νίκος, γνωστός και ως Greek Gaming Professor (G.G.P.), είναι content creator με πάθος για τα video games και ιδιαίτερη αδυναμία στις δυνατές αφηγήσεις. Η σχέση του με το gaming ξεκίνησε από μικρή ηλικία, με το Nintendo DSi και τίτλους όπως τα Mario Kart και New Super Mario Bros., που αποτέλεσαν τα πρώτα του αξέχαστα βήματα στον χώρο.
    Με την πάροδο των χρόνων, ο Sonic the Hedgehog έγινε η αγαπημένη του σειρά παιχνιδιών, χαρίζοντάς του μερικές από τις πιο ξεχωριστές gaming αναμνήσεις. Ως λάτρης των single-player εμπειριών, πιστεύει πως μια καλογραμμένη ιστορία είναι αυτό που κάνει ένα παιχνίδι πραγματικά αξέχαστο. Άλλωστε, η προσωπική του φιλοσοφία συνοψίζεται στη φράση: “Story better than Gameplay.”
    Στα αγαπημένα του παιχνίδια συγκαταλέγονται τα The Last of Us Part II, Uncharted 4, Oxenfree II, God of War (2018) και Sonic Unleashed, τίτλοι που αντικατοπτρίζουν την αγάπη του για την αφήγηση και τους δυνατούς χαρακτήρες.


Comments

Απάντηση

Discover more from PixelForgeGR – Gaming, Tech & Entertainment

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading