Oxenfree I & II: Δύο indie διαμάντια που αξίζει να ξαναζήσεις

Πάντα ήθελα, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, να μιλήσω για τα Oxenfree και Oxenfree II: Lost Signals. Όχι απλώς επειδή πρόκειται για δύο αξιόλογους indie τίτλους, αλλά επειδή θεωρώ πως είναι από εκείνες τις σπάνιες περιπτώσεις παιχνιδιών που μπορούν να σου προσφέρουν μία εμπειρία την οποία δύσκολα συναντάς αλλού και το λέω εγώ, ένας άνθρωπος που δεν ασχολείται ιδιαίτερα με τα indie games και ακόμη λιγότερο με εκείνα που κυκλοφορούν αποκλειστικά ψηφιακά, χωρίς κάποια physical έκδοση. Παρ’ όλα αυτά, το Oxenfree κατάφερε να μου τραβήξει την προσοχή από την πρώτη κιόλας στιγμή.

Ίσως, βέβαια, η χρονική στιγμή που επέλεξα να γράψω αυτό το άρθρο να είναι λίγο ειρωνική. Λίγες μόλις ημέρες μετά την είδηση ότι το Night School Studio, το στούντιο πίσω από αυτά τα δύο παιχνίδια και πλέον μέλος του Netflix, έκλεισε. Ένα στούντιο που κατάφερε να δημιουργήσει μία από τις πιο ιδιαίτερες αφηγηματικές εμπειρίες που έχω συναντήσει στο gaming, έφτασε στο τέλος της διαδρομής του επειδή, το Netflix, αποφάσισε ότι δεν υπήρχε πλέον λόγος να συνεχίσει και όσο και αν με στεναχωρεί αυτό, ίσως είναι ένας ακόμη λόγος για να επιστρέψουμε σε αυτά τα δύο παιχνίδια και να θυμηθούμε τι ακριβώς ήταν αυτό που έκανε τα Oxenfree τόσο ξεχωριστά.

Αν, λοιπόν, για τον Α ή τον Β λόγο δεν γνωρίζετε τι εστί Oxenfree, ας κάνουμε μία μικρή αναδρομή. Αν και, για να είμαι απόλυτα ειλικρινής, δεν νομίζω πως μπορώ να περιγράψω στο 100% την εμπειρία που μου προσφέρει το συγκεκριμένο παιχνίδι. Υπάρχουν τίτλοι που μπορείς να αναλύσεις, να εξηγήσεις, να περιγράψεις λεπτομερώς και να κάνεις τον άλλον να καταλάβει γιατί τους θεωρείς σπουδαίους. Το Oxenfree, όμως, βρίσκεται λίγο διαφορετικά. Είναι από εκείνα τα παιχνίδια που πρέπει να τα ζήσεις. Όσο και να διαβάσεις, όσο και να δεις, δύσκολα μπορείς να καταλάβεις ακριβώς τι νιώθει κάποιος που το έχει παίξει και αυτό, κατά τη γνώμη μου, είναι ένα από τα μεγαλύτερα κομπλιμέντα που μπορείς να κάνεις σε ένα videogame.

Το παράδοξο είναι ο τρόπος με τον οποίο εγώ γνώρισα το παιχνίδι. Όπως είπα, δεν είμαι ο άνθρωπος που θα ψάξει ιδιαίτερα για indie games, πόσο μάλλον όταν μιλάμε για τίτλους που υπάρχουν αποκλειστικά σε digital μορφή. Το Oxenfree ήταν, μάλιστα, ένα από τα παιχνίδια που είχαν δοθεί δωρεάν για κάποιο διάστημα μέσω του Epic Games Store. Για κακή μου τύχη, δεν πρόλαβα να το κατεβάσω. Εκείνη την περίοδο, όμως, έμπαινα σχεδόν κάθε εβδομάδα για να δω ποια δύο ή τρία παιχνίδια δίνονταν δωρεάν. Έτσι, από απλή περιέργεια για να δω τι είχα χάσει την προηγούμενη εβδομάδα, αντίκρισα για πρώτη φορά το Oxenfree και κόλλησα αμέσως.

Μου άρεσε αυτό που έβλεπα, μου άρεσε η ιστορία που ήθελε να μου διηγηθεί, μου άρεσε το μυστήριο, η πλοκή, η ατμόσφαιρα και φυσικά η μουσική. Αυτό που με κέρδισε περισσότερο, όμως, ήταν κάτι άλλο: η δυνατότητα να διαμορφώσω εγώ τον τρόπο με τον οποίο θα εξελισσόταν η ιστορία. Οι επιλογές στους διαλόγους δεν ήταν απλώς ένας τρόπος για να αισθανθώ ότι συμμετέχω περισσότερο. Είχαν πραγματικές συνέπειες στη ροή της αφήγησης και στον τρόπο με τον οποίο εξελίσσονταν οι σχέσεις μεταξύ των χαρακτήρων και δεν ξέρω γιατί, αλλά αυτό ήταν που με κέρδισε περισσότερο.

Ακόμη και σήμερα, αρκετά χρόνια μετά την πρώτη φορά που έπαιξα το πρώτο Oxenfree, μπορώ να το ξεκινήσω ξανά και να αισθανθώ σαν να το παίζω για πρώτη φορά. Η ατμόσφαιρα παραμένει εκπληκτική, η ιστορία, ακόμη και όταν γνωρίζεις σε αρκετά σημεία τι πρόκειται να συμβεί, εξακολουθεί να σε κρατάει σε εγρήγορση, ακριβώς επειδή οι επιλογές σου έχουν σημασία, ενώ η μουσική παραμένει εξαιρετική. Ακόμη και ο μηχανισμός των διαλόγων, που ήταν κάτι ιδιαίτερο όταν πρωτοέπαιξα το παιχνίδι, εξακολουθεί να μοιάζει φρέσκος. Δεν αισθάνομαι ότι έχει περάσει τόσος χρόνος ώστε να μπορώ να πω πως το παιχνίδι «παλιώσε» ή πως είναι πλέον ξεπερασμένο και αυτό δεν είναι καθόλου εύκολο να το πετύχει ένα παιχνίδι που βασίζεται τόσο πολύ στην αφήγηση του.

Σε πρώτη ανάγνωση, η ιστορία του Oxenfree μπορεί να μοιάζει αρκετά γνώριμη. Μία παρέα νεαρών πηγαίνει σε ένα νησί για να περάσει μία βραδιά μακριά από τα συνηθισμένα. Ένα πάρτι, μία παρέα φίλων, ένα απομονωμένο μέρος και, φυσικά, κάτι που πηγαίνει πολύ στραβά. Είναι μία ιδέα που έχουμε δει ξανά και ξανά σε ταινίες, σειρές, βιβλία και videogames. Το Oxenfree, όμως, παίρνει αυτή τη γνώριμη βάση και τη χρησιμοποιεί για να δημιουργήσει κάτι πολύ διαφορετικό.

Καθώς οι χαρακτήρες αρχίζουν να μιλούν μεταξύ τους και το παιχνίδι σού παρουσιάζει σταδιακά ποιοι είναι, δημιουργείται μία ατμόσφαιρα που σε κάνει να θέλεις να χωθείς όλο και περισσότερο μέσα στον κόσμο του και όταν αρχίζει να ξετυλίγεται το μυστήριο, τα πράγματα αποκτούν ακόμη μεγαλύτερο ενδιαφέρον. Ραδιοσυχνότητες που επηρεάζουν την πραγματικότητα, πύλες που συνδέουν διαφορετικές χρονικές στιγμές, τραγωδίες του παρελθόντος, γεγονότα που σχετίζονται με μια τραγωδία ενός συμβάντος και μία μυστηριώδη φιγούρα που προσπαθεί να ελέγξει τον χωροχρόνο δημιουργούν ένα σύνολο που είναι πολύ μεγαλύτερο από μία απλή ιστορία μυστηρίου και τρόμου.

Την ίδια στιγμή, οι χαρακτήρες που συναντάς προσπαθούν να αντιμετωπίσουν τα δικά τους προσωπικά προβλήματα και τους εφιάλτες που κουβαλούν από το παρελθόν. Η Alex, την οποία χειρίζεσαι, βρίσκεται στη μέση όλων αυτών, προσπαθώντας όχι μόνο να επιβιώσει μέχρι το επόμενο πρωί, αλλά και να προστατεύσει τους ανθρώπους γύρω της από τις οντότητες που έχουν επιστρέψει από το παρελθόν.

Δεν θέλω, όμως, να μπω περισσότερο στην ιστορία και αυτό όχι επειδή δεν υπάρχει υλικό για ανάλυση, αλλά επειδή το Oxenfree είναι ένα παιχνίδι επιλογών και η ιστορία του είναι κάτι που πρέπει να ανακαλύψετε μόνοι σας. Θα υπάρξουν στιγμές που θα αισθανθείτε άσχημα για μία επιλογή σας, στιγμές που θα αισθανθείτε υπέροχα και, φυσικά, εκείνες οι στιγμές που θα κοιτάξετε την οθόνη και θα αναρωτηθείτε «τι στο καλό μόλις συνέβη;». Οι ανατροπές και οι εντάσεις μεταξύ των χαρακτήρων είναι αρκετές και, κατά τη γνώμη μου, το καλύτερο που μπορείτε να κάνετε είναι απλώς να καθίσετε και να τις απολαύσετε.

Ένα από τα πράγματα που κάνει εξαιρετικά το παιχνίδι είναι ο τρόπος με τον οποίο χειρίζεται τους χαρακτήρες του. Παρότι οι επιλογές σου μπορούν να καθορίσουν ακόμη και τη μοίρα κάποιου από αυτούς, το παιχνίδι φροντίζει προηγουμένως να σου έχει δώσει αρκετές πληροφορίες ώστε να γνωρίζεις ποιος είναι, τι έχει ζήσει και γιατί συμπεριφέρεται με τον συγκεκριμένο τρόπο. Έτσι, όταν μία επιλογή σου οδηγεί έναν χαρακτήρα σε ένα συγκεκριμένο τέλος, δεν αισθάνεσαι ότι το παιχνίδι απλώς αποφάσισε να τον απομακρύνει από την ιστορία. Έχει προηγηθεί η απαραίτητη ανάπτυξη ώστε η απόφαση αυτή να έχει βάρος.

Το σημαντικότερο είναι ότι, όσο ένας χαρακτήρας παραμένει ζωντανός και συνεχίζει να συμμετέχει στην ιστορία, βλέπεις την εξέλιξη του. Οι επιλογές σου επηρεάζουν τον τρόπο με τον οποίο σε αντιμετωπίζει, τον τρόπο με τον οποίο σκέφτεται και τελικά τον άνθρωπο που βλέπεις στο τέλος. Όταν ένα παιχνίδι σού δίνει τη δυνατότητα να επηρεάσεις τη ζωή ενός άλλου χαρακτήρα και ταυτόχρονα σου δείχνει πώς αυτή η επιλογή τον αλλάζει, τότε μιλάμε για πραγματικό character development και αν αυτό δεν είναι ένας εξαιρετικός τρόπος γραφής χαρακτήρων, τότε πραγματικά δεν ξέρω τι είναι.

Φυσικά, δεν μπορώ να αφήσω έξω την ατμόσφαιρα. Το Oxenfree έχει μία αισθητική που δύσκολα περιγράφεται με απλά λόγια. Η εικόνα, το art direction, η μουσική και το μυστήριο λειτουργούν όλα μαζί και δημιουργούν κάτι πολύ συγκεκριμένο. Υπάρχει μία έντονη αισθητική των 90s, ένα μυστήριο που σταδιακά γίνεται πιο σκοτεινό και ένα horror στοιχείο που δεν χρειάζεται να βρίσκεται συνεχώς μπροστά σου για να σε κάνει να αισθάνεσαι άβολα. Το synth-heavy soundtrack ταιριάζει απόλυτα με την εποχή και ενισχύει κάθε σκηνή αντί απλώς να τη συνοδεύει.

Όσον αφορά το gameplay, δεν υπάρχει πραγματικά λόγος να προσπαθήσουμε να το παρουσιάσουμε ως κάτι που δεν είναι. Ο βασικός πυρήνας βρίσκεται στους διαλόγους και στις επιλογές και εδώ βρίσκεται ίσως το καλύτερο game mechanic του τίτλου. Οι συζητήσεις μοιάζουν φυσικές ακριβώς επειδή δεν περιμένουν πάντα από εσένα να επιλέξεις μία απάντηση μέσα από ένα στατικό μενού. Μπορείς να διακόψεις κάποιον, να μιλήσεις πάνω στη συζήτηση, να επιλέξεις να μη μιλήσεις καθόλου ή ακόμη και να χάσεις μία επιλογή επειδή δεν πρόλαβες να αντιδράσεις εγκαίρως και αυτό είναι υπέροχο, γιατί στην πραγματική ζωή δεν περιμένει κανείς πάντα τη σειρά του για να μιλήσει.

Οι υπόλοιποι μηχανισμοί, δυστυχώς, δεν βρίσκονται στο ίδιο επίπεδο. Υπάρχουν οι ραδιοσυχνότητες και ορισμένοι μικροί γρίφοι, οι οποίοι όμως δεν έχουν πάντοτε την απαιτούμενη δυσκολία. Ειδικά όταν έχεις ήδη ολοκληρώσει το παιχνίδι δύο ή τρεις φορές, ορισμένες λύσεις μοιάζουν περισσότερο με αγγαρεία παρά με ουσιαστικό κομμάτι της περιπέτειας. Κάποιες φορές χρειάζεται να διασχίσεις μεγάλο μέρος του χάρτη για κάτι που τελικά αποδεικνύεται αρκετά απλό και όσο όμορφο κι αν είναι να εξερευνάς τον κόσμο του Oxenfree, όταν γνωρίζεις ήδη τι πρέπει να κάνεις, αυτή η μετακίνηση μπορεί να γίνει κουραστική και το αστείο είναι πως αυτό είναι ίσως το σημαντικότερο αρνητικό που μπορώ να βρω.

Γιατί, συνολικά, το Oxenfree διαθέτει σχεδόν όλα όσα θα ήθελες από έναν καλό indie τίτλο. Έχει μία ενδιαφέρουσα ιστορία, διάρκεια όσο χρειάζεται ώστε να μην κουράσει, μία ατμόσφαιρα που μένει μαζί σου και συναισθήματα τα οποία μπορούν να επιστρέψουν ακόμη και χρόνια μετά και φυσικά έχει ένα soundtrack που μπορείς να ακούς ξανά και ξανά.

Το ερώτημα, λοιπόν, ήταν απλό: πώς μπορείς να βελτιώσεις αυτή τη φόρμουλα σε ένα sequel; Η απάντηση του Night School Studio ήταν το Oxenfree II: Lost Signals και το αστείο είναι ότι τα κατάφερε.

Το δεύτερο παιχνίδι έχει μία διαφορετική ιστορία, η οποία συνδέεται άμεσα με το πρώτο χωρίς να απαιτεί από τον παίκτη να το έχει προηγουμένως παίξει. Κάποιος που δεν είχε καμία επαφή με το πρώτο παιχνίδι μπορεί να ξεκινήσει από εδώ και να απολαύσει μία ολοκληρωμένη ιστορία, ενώ όποιος γνωρίζει ήδη το Oxenfree θα αναγνωρίσει τις συνδέσεις και θα εκτιμήσει περισσότερο όσα προσπαθεί να χτίσει το sequel,και αυτό ήταν κάτι που εκτίμησα αρκετά.

Οι χαρακτήρες, μάλιστα, μου φαίνονται ακόμη πιο ανεπτυγμένοι. Είναι λιγότεροι σε αριθμό και αυτό επιτρέπει στο παιχνίδι να τους δώσει περισσότερο χρόνο. Τους γνωρίζεις καλύτερα, καταλαβαίνεις τα προβλήματά τους και, τελικά, αισθάνεσαι ότι οι επιλογές σου έχουν ακόμη μεγαλύτερη βαρύτητα. Δεν επηρεάζεις απλώς ένα ending. Επηρεάζεις τις σχέσεις σου, τη συμπεριφορά των χαρακτήρων απέναντί σου, τη βοήθεια που μπορεί να λάβεις και, σε ορισμένες περιπτώσεις, ακόμη και το ποιος θα σταθεί απέναντί σου.

Όλα αυτά λειτουργούν πάνω στον ήδη εξαιρετικό μηχανισμό των διαλόγων, ο οποίος εδώ έχει βελτιωθεί ακόμη περισσότερο. Δεν άλλαξε τη βασική του φιλοσοφία, γιατί δεν υπήρχε πραγματικός λόγος να το κάνει. Αντίθετα, πήρε αυτό που ήδη λειτουργούσε και το έκανε πιο πλούσιο και πιο φυσικό.

Ακόμη και οι γρίφοι βελτιώθηκαν με έναν πολύ απλό τρόπο: έγιναν λιγότερο ενοχλητικοί. Δεν χρειάστηκε να γίνουν πολύπλοκοι για να θεωρηθούν καλύτεροι. Υπάρχουν μερικοί πιο ενδιαφέροντες γρίφοι που συνδέονται και με την ιστορία, ενώ προστέθηκαν νέες δυνατότητες, όπως ο ασύρματος, οι ραδιοσυχνότητες, οι τηλεοράσεις που μπορούν να επηρεάσουν τον χώρο και τον χρόνο, αλλά και οι διαστατικές πύλες που συνδέουν το παρελθόν με το παρόν.

Είναι το καλύτερο gameplay που θα μπορούσε να έχει υπάρξει; Αν το συγκρίνουμε με το πρώτο παιχνίδι, σίγουρα αποτελεί μία σημαντική βελτίωση. Αλλά δεν χρειάζεται να κοροϊδευόμαστε. Το Oxenfree δεν προσπαθεί να γίνει κάτι που δεν είναι. Το sequel διαθέτει ακριβώς όσα χρειάζεται για να θεωρηθεί ένα σωστό sequel και, κυρίως, για να σου προσφέρει μία εμπειρία αντίστοιχη ή ακόμη καλύτερη από αυτή του πρώτου.

Φυσικά υπάρχει ξανά η ατμόσφαιρα. Αν στο πρώτο παιχνίδι ήταν εκπληκτική, στο δεύτερο θα τη χαρακτήριζα αψεγάδιαστη. Το soundtrack, για μένα προσωπικά, είναι ίσως ακόμη καλύτερο. Έχω αγαπήσει πραγματικά τη μουσική του δεύτερου παιχνιδιού. Δεν υπάρχει σχεδόν κομμάτι που να μην έχω ακούσει τέσσερις, πέντε ή και έξι φορές, ακόμη και εκείνα τα μικρότερα μουσικά sequences που θα μπορούσαν εύκολα να περάσουν απαρατήρητα. Όλα δένουν μεταξύ τους: η αισθητική, το art direction, ο τρόπος με τον οποίο παρουσιάζεται ο κόσμος και, κυρίως, το πιο έντονο horror στοιχείο.

Το αποτέλεσμα είναι μία εμπειρία που σε κάνει να αισθάνεσαι ανατριχίλα χωρίς να χρειάζεται να σου πετάξει κάτι μπροστά στην οθόνη κάθε πέντε λεπτά. Και το σημαντικότερο είναι ότι το Oxenfree II δεν χάνει την ταυτότητα του πρώτου παιχνιδιού. Αντίθετα, παίρνει όλα όσα λειτουργούσαν και τα εξελίσσει.

Αν κάτι μου έλειψε, ήταν ίσως εκείνες οι έξτρα πληροφορίες και τα μικρά στοιχεία του πρώτου παιχνιδιού που εμπλούτιζαν τη μυθολογία του κόσμου. Όχι ότι το sequel αφήνει κενά ή ότι δεν ολοκληρώνει την ιστορία του. Το αντίθετο. Το δεύτερο παιχνίδι είναι πολύ πιο ξεκάθαρο ως προς αυτά που θέλει να σου πει και αφήνει λιγότερο χώρο για θεωρίες και υποθέσεις. Το πρώτο, αντίθετα, είχε περισσότερο το μυστήριο του παρελθόντος στο επίκεντρο και χρησιμοποιούσε τις ιστορίες των χαρακτήρων, τα προβλήματα και τις σχέσεις τους για να συμπληρώσει αυτό το μεγαλύτερο παζλ.

Αν έπρεπε να το χωρίσω νοητά, θα έλεγα πως το πρώτο παιχνίδι ήταν περίπου 60% η κεντρική ιστορία και το μυστήριο και 40% οι χαρακτήρες. Το δεύτερο αντιστρέφει περισσότερο αυτή την ισορροπία. Πατάει πάνω στη μυθολογία που δημιούργησε το πρώτο, εξηγεί όσα χρειάζεται και επικεντρώνεται περισσότερο στον εσωτερικό κόσμο των χαρακτήρων. Και προσωπικά, αυτό είναι κάτι που προτιμώ.

Τα μηνύματα του δεύτερου παιχνιδιού είναι πιο βαριά και επειδή οι χαρακτήρες είναι λιγότεροι, δένεσαι περισσότερο μαζί τους. Νιώθεις πιο έντονα αυτά που βιώνουν και καταλαβαίνεις καλύτερα τι προσπαθεί να σου πει το παιχνίδι μέσα από αυτούς και κάπου εδώ βρίσκεται, για μένα, ο πραγματικός λόγος για τον οποίο τα Oxenfree και Oxenfree II ξεχωρίζουν.

Έχοντας παίξει τουλάχιστον τρεις ή τέσσερις φορές το κάθε παιχνίδι, αυτό που διαπιστώνω κάθε φορά είναι ότι δεν βιώνω ακριβώς την ίδια εμπειρία και δεν εννοώ μόνο λόγω των διαφορετικών επιλογών. Εννοώ ότι αλλάζει ο τρόπος με τον οποίο καταλαβαίνω αυτά που μου λένε.

Το πρώτο παιχνίδι έχει ως βασικούς χαρακτήρες νέους ανθρώπους που βρίσκονται σε μία διαφορετική φάση της ζωής τους. Το δεύτερο έχει ανθρώπους που έχουν ήδη περάσει αυτή τη φάση. Έχουν κάνει επιλογές, έχουν δημιουργήσει σχέσεις, έχουν δημιουργήσει οικογένειες ή απλώς προσπαθούν να βρουν τον δρόμο τους και όσο μεγαλώνεις εσύ, τόσο διαφορετικά μπορεί να αντιλαμβάνεσαι τις δικές τους αποφάσεις. Αυτό είναι ίσως το πιο όμορφο πράγμα που κατάφερε να κάνει το Oxenfree.

Αν επιστρέψεις σε αυτά τα παιχνίδια μετά από χρόνια, μπορεί να δεις μία επιλογή που κάποτε θεωρούσες αυτονόητη και πλέον να τη βλέπεις εντελώς διαφορετικά. Έχεις μεγαλώσει, έχεις βιώσει πράγματα, έχεις δει διαφορετικές πλευρές της ζωής και, χωρίς να το καταλάβεις, έχεις ωριμάσει και την ίδια στιγμή, οι χαρακτήρες που χειρίζεσαι περνούν τη δική τους διαδικασία αλλαγής.

Οι επιλογές σου μπορούν να τους βοηθήσουν ή να τους καταστρέψουν. Όπως και εσύ, έτσι κι εκείνοι προσπαθούν να αντιμετωπίσουν τραύματα, λάθη και περιστατικά από το παρελθόν. Προσπαθούν να τα ξεπεράσουν, να τα αποδεχτούν ή, έστω, να μάθουν κάτι από αυτά και κάπου εκεί, το παιχνίδι παύει να είναι απλώς ένα videogame. Γίνεται μία εμπειρία που μπορεί να επιστρέψει σε εσένα διαφορετικά κάθε φορά που την ξαναζείς.

Αυτό είναι το Oxenfree για μένα. Δύο παιχνίδια που κατάφεραν να δημιουργήσουν μία εμπειρία την οποία δύσκολα μπορώ να συγκρίνω με κάτι άλλο που έχω παίξει. Και ίσως το γεγονός ότι το στούντιο που τα δημιούργησε δεν υπάρχει πλέον να κάνει αυτή την εμπειρία ακόμη πιο ξεχωριστή. Είναι πραγματικά κρίμα να ξέρεις ότι ένα στούντιο που κατάφερε να δημιουργήσει κάτι τόσο ιδιαίτερο δεν θα έχει την ευκαιρία να μας δείξει τι άλλο θα μπορούσε να κάνει.

Γι’ αυτό, αν δεν έχετε ασχοληθεί μέχρι σήμερα με τα Oxenfree και Oxenfree II: Lost Signals, πραγματικά αξίζει να τους δώσετε μία ευκαιρία. Όχι επειδή είναι απλώς δύο καλά indie games, αλλά επειδή είναι δύο παιχνίδια που μπορούν να σου μείνουν για πολύ περισσότερο από όσο διαρκεί το playthrough τους.

Όταν τα τελειώσετε, ίσως αξίζει να πιείτε ένα ποτήρι στην υγειά του παρελθόντος που σας στοιχειώνει, του παρόντος που προσπαθείτε να βελτιώσετε και του μέλλοντος που όλοι θέλουμε να δούμε.

Author

  • Ο Νίκος, γνωστός και ως Greek Gaming Professor (G.G.P.), είναι content creator με πάθος για τα video games και ιδιαίτερη αδυναμία στις δυνατές αφηγήσεις. Η σχέση του με το gaming ξεκίνησε από μικρή ηλικία, με το Nintendo DSi και τίτλους όπως τα Mario Kart και New Super Mario Bros., που αποτέλεσαν τα πρώτα του αξέχαστα βήματα στον χώρο.
    Με την πάροδο των χρόνων, ο Sonic the Hedgehog έγινε η αγαπημένη του σειρά παιχνιδιών, χαρίζοντάς του μερικές από τις πιο ξεχωριστές gaming αναμνήσεις. Ως λάτρης των single-player εμπειριών, πιστεύει πως μια καλογραμμένη ιστορία είναι αυτό που κάνει ένα παιχνίδι πραγματικά αξέχαστο. Άλλωστε, η προσωπική του φιλοσοφία συνοψίζεται στη φράση: “Story better than Gameplay.”
    Στα αγαπημένα του παιχνίδια συγκαταλέγονται τα The Last of Us Part II, Uncharted 4, Oxenfree II, God of War (2018) και Sonic Unleashed, τίτλοι που αντικατοπτρίζουν την αγάπη του για την αφήγηση και τους δυνατούς χαρακτήρες.


Comments

Απάντηση

Discover more from PixelForgeGR – Gaming, Tech & Entertainment

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading